Η ευρωπαϊκή οικονομία
Η ελληνική οικονομία αναμένεται να ξεπεράσει σε απόδοση την Ευρωζώνη, χάρη σε μία ισχυρότερη επενδυτική δυναμική και εγχώρια ζήτηση. Το 2025, η Ευρωζώνη κατέγραψε ανάπτυξη 1,4%, επηρεαζόμενη σημαντικά από την εξαιρετική ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ιρλανδίας, που έφτασετο 12,3%. Εξαιρώντας την Ιρλανδία, η ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ ανήλθε περίπου στο 1,0%, ξεπερνώντας το 0,8% του 2024. Τα τελευταία τρίμηνα, η ιδιωτική κατανάλωση και οι δημόσιες δαπάνες παρουσίασαν επιβράδυνση, επηρεάζοντας αρνητικά τη συνολική μεγέθυνση. Παράλληλα, η πτώση των επιτοκίων έχει αρχίσει να στηρίζει τη σταδιακή ανάκαμψη των επενδύσεων. Παρά τους δασμούς των ΗΠΑ, οι εξαγωγές έχουν αρχίσει να αυξάνονται, αν και η ανατίμηση του ευρώ και η μείωση της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με την Κίνα, εξακολουθούν να μειώνουν το μερίδιο της Ευρώπης στο παγκόσμιο εμπόριο.
Καθώς η ανάπτυξη της Ιρλανδίας ομαλοποιείται, και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει το επενδυτικό κλίμα αυξάνοντας τις τιμές ενέργειας, η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ευρωζώνης αναμένεται να περιοριστεί στο 1,0% το 2026, πριν παρουσιάσει ξανά ελαφρά άνοδο στο 1,5% το 2027 και στο 1,6% για την περίοδο 2028-29. Ο υποκείμενος ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα εξακολουθεί να βελτιώνεται, καθώς η κατανάλωση επανακάμπτει, οι επενδύσεις επεκτείνονται, υποστηριζόμενες από τη δημοσιονομική χαλάρωση στη Γερμανία και τα χαμηλότερα επιτόκια, ενώ οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται, παρά τα εμπόδια που προκαλούν οι δασμοί. Ωστόσο, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επιβραδύνει τον βηματισμό για το 2026.
Ο δομικός πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ έχει σταθεροποιηθεί κοντά στο 2%, αν και τα αποτελέσματα του διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αντανακλώντας διαφορές στις αυξήσεις μισθών, στις ρυθμιζόμενες τιμές και στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Εξαιτίας των υψηλότερων τιμών ενέργειας, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί ελαφρώς το 2026, με μέσο όρο στο 2,4%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός παραμένει κοντά στον στόχο. Με τις τιμές των πρώτων υλών να υποχωρούν, ο πληθωρισμός αναμένεται να επιβραδυνθεί το 2027. Ο ρυθμός αύξησης των τιμών θα μπορούσε να παρουσιάσει ξανά άνοδο το 2028, εάν επεκταθεί η εφαρμογή του συστήματος εμπορίας εκπομπών (ETS).
Με τον πληθωρισμό να παραμένει κοντά στον στόχο και το ΑΕΠ να αυξάνεται σταθερά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε το επιτόκιο καταθέσεων αμετάβλητο στο 2,0%, από τον Ιούνιο του 2025. Τα επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν σταθερά, εκτός αν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλέσει παρατεταμένη αύξηση των τιμών της ενέργειας, η οποία θα αναθεωρήσει τις παρούσες εκτιμήσεις.
Βασικοί κινητήριοι παράγοντες και πηγές κινδύνου για την ευρωπαϊκή οικονομία
Οι οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης για το 2026 επισκιάζονται από σημαντική αβεβαιότητα. Κύριες προκλήσεις αποτελούν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι εμπορικοί δασμοί και οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις, ενώ η δημοσιονομική πολιτική και η αυξανόμενη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Η κλιμάκωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή αποτελεί τον κεντρικό γεωπολιτικό κίνδυνο, ο οποίος αυξάνει την αβεβαιότητα σε μακροοικονομικό επίπεδο, καθώς ήδη επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενώ είναι πιθανό να προκαλέσει επιπτώσεις στο γενικό κλίμα εμπιστοσύνης, στις επενδυτικές αποφάσεις, καθώς και στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.
Η διάρκεια και η ένταση της πολεμικής σύγκρουσης θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για το μέγεθος της απόκλισης του πληθωρισμού και της ανάπτυξης του ΑΕΠ στην Ελλάδα σε σχέση με τις προβλέψεις που είχαν διαμορφωθεί πριν από την κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Πάντως, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη διαφαίνεται περιορισμένος, γεγονός που αντανακλά μια διαφοροποίηση στους παράγοντες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και τη μικρή της εξάρτηση από ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Ωστόσο, οι πρόσφατες εντάσεις υποδηλώνουν ότι ακόμη και μια γρήγορη κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή, μπορεί να μην επιτρέψει τη γρήγορη επιστροφή της παραγωγής στα προ-σύγκρουσης επίπεδα, ιδιαίτερα όσον αφορά στο φυσικό αέριο. Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές αερίου στην Ευρώπη θα παραμείνουν υψηλότερες μεσοπρόθεσμα και θα προκληθούν σημαντικότερες οικονομικές επιπτώσεις από αυτές που προβλέπονται στο τρέχον βασικό σενάριο.
Σε ένα πιο δυσμενές σενάριο, το οποίο περιλαμβάνει παρατεταμένη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα στενά του Ορμούζ και τιμές πετρελαίου που παραμένουν επίμονα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 2,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2026. Το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα και η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών, θα μπορούσαν να προκαλέσουν μείωση του ΑΕΠ κατά 1,2% έως το 2027, σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Η εμπορική πολιτική αποτελεί μία ακόμα σημαντική πηγή κινδύνου. Παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κρίνει παράνομους ορισμένους από τους προηγούμενους δασμούς, η αμερικανική διοίκηση επέβαλε βασικό δασμό ύψους 10%, ο οποίος αναμένεται να αυξηθεί στο 15%. Ωστόσο, καθώς το βασικό ποσοστό για τις χώρες της ΕΕ θα παραμείνει αμετάβλητο σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο, η απόφαση αυτή αναμένεται να έχει περιορισμένη επίδραση στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά, οι αμερικανικοί δασμοί αναμένεται να μειώσουν την ανάπτυξη του ΑΕΠ της ΕΕ το 2026 κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ελλάδα, λόγω της σχετικά περιορισμένης εμπορικής της έκθεσης στις ΗΠΑ, συγκαταλέγεται στις λιγότερο επηρεαζόμενες οικονομίες, με την επίπτωση να εκτιμάται σε μόλις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αντιμετωπίζει επίσης δομικές προκλήσεις ανταγωνιστικότητας, όπως τα αυξημένα κόστη και τη γήρανση του εργατικού δυναμικού. Οι δημογραφικές πιέσεις θα διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του μακροπρόθεσμου δυναμικού ανάπτυξης και της ανθεκτικότητας σε εξωτερικούς κραδασμούς. Πρόκειται για δεδομένα που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει μία από τις ταχύτερες μειώσεις του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας στην Ευρώπη. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία των στρατηγικών επενδύσεων σε τεχνολογίες που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Ωστόσο, σήμερα, η Ευρώπη χάνει τον αγώνα του AI πριν καν αυτός ξεκινήσει. Η πρόκληση αυτή, είναι ακόμη πιο έντονη για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, γεγονός που, εν μέρει, οφείλεται στην υψηλή παρουσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) και υπογραμμίζει τη σημασία πολιτικών που στηρίζουν τον εκσυγχρονισμό, τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου κεφαλαίου τους.
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου, Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος, σχολίασε: «Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από εξελισσόμενες γεωπολιτικές, ενεργειακές και μακροοικονομικές προκλήσεις, η Ελλάδα παραμένει σε πορεία σταθερής ανάπτυξης, ξεπερνώντας σε επίδοση τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Οι στοχευμένες επενδύσεις, η συνετή δημοσιονομική πολιτική και τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, ενισχύοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της χώρας και μετριάζοντας την επίδραση εξωτερικών κραδασμών. Πλέον, η Ελλάδα χτίζει πάνω στα θεμέλια μίας παρακαταθήκης ανθεκτικότητας, η οποία αποδεικνύει ότι οι κρίσεις δεν μπορούν να είναι μόνο καταστροφικές για μία οικονομία, αλλά μπορούν εν δυνάμει και να αποτελέσουν εφαλτήριο για την ενίσχυσή της».