Από τη μελέτη της EY-Parthenon προκύπτει ότι η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας προϋποθέτει έναν ρεαλιστικό και στοχευμένο στρατηγικό σχεδιασμό, που θα συνδέει τις κανονιστικές απαιτήσεις με τη διαθεσιμότητα των καυσίμων, την ετοιμότητα των υποδομών, τις δυνατότητες των ναυπηγείων, τις εμπορικές συνθήκες και τις χρηματοδοτικές ανάγκες. Δεν αρκεί να οριστούν στόχοι - πρέπει να χαρτογραφηθούν οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την υλοποίησή τους.
Η χρηματοδότηση και η κατανομή ευθυνών αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους. Η μετάβαση δημιουργεί ανάγκες σε κεφαλαιουχικές δαπάνες για πλοία, μετασκευές, λιμάνια, υποδομές ανεφοδιασμού και τεχνολογίες, αλλά και πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες λόγω ακριβότερων καυσίμων και συμμόρφωσης. Παράλληλα, οι πλοιοκτήτες δεν μπορούν να επωμιστούν μόνοι τους το κόστος μιας μετάβασης που εξαρτάται από αποφάσεις και επενδύσεις που αφορούν όλη την αλυσίδα αξίας.
Ο στρατηγικός σχεδιασμός πρέπει, επιπλέον, να αναγνωρίζει ότι η ναυτιλία δε λειτουργεί ως μια ενιαία αγορά. Η ναυτιλία τακτικών γραμμών, με πιο προβλέψιμες διαδρομές και σταθερές προσεγγίσεις σε λιμάνια, μπορεί να στηρίξει πιο εύκολα επενδύσεις σε υποδομές και μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας. Αντίθετα, η ελεύθερη ναυτιλία απαιτεί μεγαλύτερη ευελιξία, διαφοροποιημένα χρονοδιαγράμματα και μηχανισμούς επιμερισμού κόστους και κινδύνων.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας θα κριθεί από το αν ο κλάδος θα μπορέσει να οργανώσει μια συντεταγμένη, χρηματοδοτήσιμη και εμπορικά βιώσιμη μετάβαση. Η πρόκληση είναι μεγάλη, αλλά ο ρεαλιστικός στρατηγικός σχεδιασμός μπορεί να επιτρέψει ουσιαστική μείωση των εκπομπών, ισορροπώντας μεταξύ περιβαλλοντικών στόχων και επιχειρησιακής πραγματικότητας.
Το επόμενο βήμα είναι η μετατροπή της στρατηγικής στόχευσης σε ένα εξειδικευμένο Master Plan απανθρακοποίησης του κλάδου, το οποίο θα χαρτογραφεί το εφαρμοστέο ρυθμιστικό πλαίσιο, τις εφικτές διαδρομές απανθρακοποίησης, τους περιορισμούς προσφοράς‑ζήτησης και τις χρηματοδοτικές ανάγκες του κλάδου.